Του Gonzalo Cabeza
Εκατομμύρια λευκών οπαδών υπέφεραν στα πέναλτι και χάρηκαν
με τη νίκη τόσο όσο θα’χε κάνει οποιοσδήποτε άλλος. Η χαρά είναι εξίσου έγκυρη
σ’όλες τις εκφράσεις της
Μετά απ’τα μεγάλα παιχνίδια, τα οποία είναι πραγματικά
σημαντικά, το WhatsApp θερμαίνεται. Φτάνουν λόγια αγάπης, χαράς κι ευτυχίας
μικρού περιεχομένου, όπως θα’χαν φτάσει συμπάθειας κι αγάπης, αν το νόμισμα
είχε πέσει απ’την άλλη. Αργότερα, στις επόμενες συναντήσεις, θα υπάρξουν
αγκαλιές, ακόμη και δάκρυα, χαμόγελα που θα παραμείνουν χαραγμένα μέχρι την
επόμενη μάχη, η οποία θα’ρθει σίγουρα. Το ποδόσφαιρο απαιτεί λίγα απ’τους οπαδούς
και τους δίνει πολλά σε αντάλλαγμα. Αυτό είναι το κλειδί της επιτυχίας.
Εκατομμύρια Madridistas, διότι είναι οπαδοί που ανέρχονται
σε εκατομμύρια, ήταν λίγο πιο ευτυχισμένοι το βράδυ του Σαββάτου. Περάσαν
περισσότερες από δύο ώρες έντασης, με το φόβο της γνώσης, ότι όλα τα
αποτελέσματα είναι πιθανά σ’ένα μόνο παιχνίδι, ότι σ’έναν τελικό βασιλεύει πάντα
η αβεβαιότητα. Εξερράγησαν από χαρά με το τελευταίο πέναλτι, του Cristiano, που
ήταν η πραγματοποίηση του ονείρου. Οι οπαδοί δεν ονειρεύονται ένα μετρητή
ντεσιμπέλ αλλά ένα Ευρωπαϊκό Κύπελλο και, όταν έρχεται αυτό, -ένα σπάνιο αγαθό,
ακόμη και για την Ρεάλ Μαδρίτης- είναι ευγνώμονες.
Η θεωρία λέει ότι καθένας επιλέγει την ομάδα του, ότι είναι
μια απόφαση προσωπική και μπορεί να αλλάξει. Κάθε οπαδός του ποδοσφαίρου
γνωρίζει ότι τίποτα απ’αυτά δεν είναι αλήθεια, ότι δεν είναι περισσότερο από
μια τρέλα. Η ελεύθερη βούληση δεν υπολογίζεται. Ένας οπαδός είναι μια
κληρονομιά και μια αλυσίδα, κάτι που παίρνει πάντα μέσα και δεν αμφισβητείται,
δεν αναλύεται. Ο Nick Hornby λογαριάζει στο «Fever Pitch», το πιο διάσημο
βιβλίο για τους οπαδούς του ποδοσφαίρου, ότι μπορεί κανείς να αποστασιοποιηθεί
απ’αυτό το συναρπαστικό άθλημα, αλλά ποτέ, ποτέ, ποτέ δεν αλλάζει πλευρά.
Κανείς έχων σώας τας φρένας δεν θα το έκανε, θα’ταν κάτι σα ν’αρνιόταν τον ίδιο
του τον εαυτό. Το club σου είναι μια δέσμευση, μια ταυτότητα. Πέρνα απ’τους
γονείς στα παιδιά, υπάρχουν ολόκληρες οικογένειες στις οποίες η Ρεάλ Μαδρίτης
δεν είναι μόνο μια ομάδα που παίζει τα Σαββατοκύριακα, αλλά και το πιο
επαναλαμβανόμενο θέμα συζήτησης, ο πρωταγωνιστής των γευμάτων και των πρωινών,
μια κόλλα που δεσμεύει τα μέλη της. Τόσο σημαντικό είναι. Αν και
δεν προσθέτει τόσο θόρυβο.
Υπάρχουν τόσοι τρόποι για να αντιμετωπιστεί το ποδόσφαιρο όσοι
και οι οπαδοί. Και δεν υπάρχει μια ορισμένη ηθική υπεροχή σε κανέναν απ’αυτούς,
όσο κι αν μερικές φορές αλλάζει η εστίαση και η σκέψη ότι ο αθλητισμός δεν
είναι ό, τι συμβαίνει στον αγωνιστικό χώρο, αλλά η showbiz γύρω απ’αυτό. Έχουμε
την τάση να κάνουμε κοινωνιολογία των οπαδών, ειδικά στην ήττα, για να
δικαιολογήσουμε ότι, παρ 'όλα αυτά, εξακολουθεί να είναι από πάνω. Ο καθένας
θέλει να είναι από πάνω, κι αν γι 'αυτό πρέπει να καταφύγει στο θόρυβο, το
κάνει. Υπάρχει ένα πρόσθετο πρόβλημα σ’αυτό, και είναι ότι οι οπαδοί, ως μια
ετερογενή ομάδα που είναι, δεν είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις τους. Όταν αναλύονται
στο σύνολο, στο πλήθος, προτίθενται να δώσουν αξίες στη συλλογική, πιστεύουν
ότι η μουσική που παίζεται σε μια κερκίδα είναι καλή για την ίδια κι ότι η
απουσία της είναι μια καταδικαστέα κηλίδα. Δεν μας συμβαίνει, όμως, να
θυμόμαστε αυτά τα πράγματα, όταν οι οπαδοί δεν συμπεριφέρονται, όταν έχουν
ακατάλληλα τραγούδια, ντροπιαστικές σημαίες ή χυδαίες συμπεριφορές. Συμβαίνει πιο
συχνά από ό, τι θα θέλαμε να αναγνωρίσουμε στους περισσότερους οπαδούς του
ποδοσφαίρου και είναι ένα τικ που καταλαβαίνει λίγο από φανέλες.
Το να’σαι Μαδρίτη υποχρεώνει ν’ακούς περισσότερες κριτικές
και υψηλότερης έντασης από ό, τι άλλες ομάδες. Η λευκή ομάδα είναι το κριτήριο
της αριστείας, ο σύλλογος που έχει κερδίσει περισσότερες φορές και, σύμφωνα με το
CIS, με τους περισσότερους οπαδούς. Ένα 38% των οπαδών στα τελευταία στοιχεία
της έρευνας. Όλα αυτά είναι στην κληρονομιά του ιδρύματος, αλλά επιβάλουν
επίσης μια μεγαλύτερη σπλαχνικότητα για τον αντίπαλο που, λογικά, έχει ως στόχο
να ξεπεράσει αθλητικά. Ο οπαδός της Μαδρίτης έχει να ακούσει πώς οι παίκτες του
είναι εκατομμυριούχοι με τζελ για τα μαλλιά, σαν οι υπόλοιποι να μην είναι, πως
οι νίκες τους είναι πάντα άδικες και, παραπάνω, πως το συναίσθημά τους αξίζει
λιγότερο, επειδή εκφράζεται με ελευθερία άλλου τρόπου. Και τραγουδά το
"πώς να μην σε θέλω ..." τόσες φορές όσες θέλει, επειδή είναι μια
μελωδία που καθορίζει μια αγάπη για μια ομάδα η οποία, συμπτωματικά, εκπληρώνει
καλύτερα απ’τις υπόλοιπες τον θεμελιώδη στόχο του αθλητισμού: τη νίκη. Αυτό
είναι ένα κίνητρο κι ένας αόρατος δεσμός που ενώνει, δεν διχάζει.
Δεν υπάρχει τίποτα παράλογο στο να γιορτάζεις τις καλές
στιγμές τραγουδώντας , γιατί αυτό είναι που θέλει τελικά ο οπαδός που δεν
διακρίνεται από μαζοχισμό, να’χει πολλές καλές αναμνήσεις να απολαύσει. Στο
ποδόσφαιρο, ως έντονη σχέση που είναι, κάποιος εκτιμά πάνω από όλα τις θετικές
στιγμές. Τη Μαδρίτη δεν την θέλουν γιατί έχει κερδίσει έντεκα Ευρωπαϊκά
Κύπελλα, κάποιος γίνεται Μαδρίτη πριν ακόμα μάθει αυτήν την λεπτομέρεια, αλλά
όταν έρθει η ώρα να γίνει ένας απολογισμός, και η κραυγή ενός οπαδού να’ναι το
ίδιο έγκυρη όπως οποιαδήποτε άλλη λέξη γι’αυτό, το φυσιολογικό είναι να θυμάσαι
αυτές τις νίκες, τη χαρά μιας κοινής εμπειρίας, τις κορυφές της ευτυχίας.
Κι όλα αυτά υπό την προϋπόθεση ότι όλα αυτά ήταν έτσι, ότι
οι οπαδοί της Μαδρίτης ήταν πραγματικά ήσυχοι. Η διαδικασία της προσπάθειας της
συγκέντρωσης, για παράδειγμα, για να γίνει ένα χρονικό, σε ένα γήπεδο όπως το
Bernabeu, με 80.000 ανθρώπους να βρυχιόνται και να σπρώχνουν την ομάδα τους,
έρχεται σε αντίθεση με όλη αυτή τη διατριβή. Ο οπαδός της Μαδρίτης -κάθε κατηγορίας,
κατάστασης και προέλευσης- δεν είναι πολύ διαφορετικός απ’τους άλλους οπαδούς. Υπομένει
στωικά τις ήττες, όταν οι αντίπαλοί του είναι από πάνω, πληρώνει εισιτήρια και
ταξίδια για να δει τα είδωλά του και, όταν κερδίζει, φωνάζει και στέλνει
μηνύματα στους δικούς του. Η ιστορία, όμως, κάνει κάποια διαφορά. Δεν χρειάζονται
να τους πουλήσουν έναν λόγο του Jorge Bucay ή του Paulo Coelho που να τους
υπενθυμίζει ότι όλα είναι δυνατά διότι γι’αυτό πρέπει μόνο να θυμηθούν και να
απολαύσουν τις σκηνές που έχουν ήδη ζήσει. Επιπλέον, όταν κάποιος ήρθε στον
πάγκο και το μόνο που πέτυχε ήταν να σπείρει τη διχόνοια στις κερκίδες. Κι όταν
χάνουν, το οποίο συμβαίνει επίσης, διώχνουν τις λύπες τους όπως και οι υπόλοιποι
και δεν εξετάζουν ούτε ακόμη και για ένα δευτερόλεπτο να αγκαλιάσουν μια άλλη
πίστη. Δεν υπήρχαν μαζικές λιποταξίες στην Τενερίφη ούτε αλλαγές πλευράς όταν ο
Γκουαρντιόλα ανέλαβε τη Barcelona κι άρχισε να κερδίζει όλα τα ακόλουθα. Το ποδόσφαιρο
δεν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο, κι ο madridismo επίσης.



