Του Gonzalo Cabeza
Cristiano (Μιλάνο, 2016)
Έχει παίξει δύο τελικούς Champions League με τη Ρεάλ
Μαδρίτης και κανένα απ’τα δύο παιχνίδια δεν ήταν το καλύτερο της καριέρας του,
μάλλον το αντίθετο. Του Μιλάνου, παρ 'όλα αυτά, το τέλειωσε χωρίς φανέλα
έχοντας σκοράρει το τελευταίο πέναλτι. Ήταν το κερασάκι στην τούρτα ενός
παίκτη, ο οποίος είναι, δικαιωματικά, ιστορία στην πιο ιστορική ομάδα. Στο
τελευταίο παιχνίδι έσβησε, αλλά τα μεγάλα τουρνουά δεν κερδίζονται μόνο σε μια
αναμέτρηση και πριν την πρόκριση στο Μιλάνο είχε ήδη 16 γκολ και ήταν ο
καλύτερος της ομάδας, κάτι που είναι κοινό σ’όλες τις σεζόν στις οποίες φορά
λευκά.
Ramos (Λισαβώνα, 2014)
Μόνο ένας στόπερ έχει σκοράρει σε δύο τελικούς του
Ευρωπαϊκού Κυπέλλου. Είναι αυτός και, και στις δύο περιπτώσεις, το γκολ του
ήταν σημαντικότατο. Χωρίς αυτό, η Μαδρίτη θα’χε δύο λιγότερες κούπες με μεγάλα
αυτιά. Η καριέρα του στη Μαδρίτη εκτείνεται σε 12 χρόνια, έχει παίξει ως μπακ
και στόπερ, υπήρξε σημαντικός για περισσότερο από μια δεκαετία. Η άνοδός του
στην ομάδα είναι αναμφισβήτητη και, επιπλέον, έχει μαγεία σε ιδιαίτερες στιγμές.
Μια κεφαλιά στη Λισαβόνα έκανε τη Μαδρίτη πρωταθλήτρια 12 χρόνια αργότερα και,
για να φτάσουμε σ’αυτό το παιχνίδι, πριν έπρεπε να σκοράρει δύο γκολ ακόμα στη
Μπάγερν Μονάχου.
Ζιντάν
(Γλασκώβη, 2002)
Λίγοι παίκτες ήταν καλύτεροι, πιο έξυπνοι. Ήρθε στη Μαδρίτη όντας
πρωταθλητής κόσμου, για 13 δισεκατομμύρια πεσέτες, αλλά χωρίς ένα Ευρωπαϊκό
Κύπελλο. Οι Λευκοί ήταν ισόπαλοι εναντίον της Bayer Leverkusen και υπέφεραν πολύ
όταν μια μπαλιά απ’την πλευρά έπεσε απ’τον ουρανό κι ο Ζιντάν αποφάσισε ότι επρόκειτο
να’ταν η στιγμή του. Έπιασε ένα βολέ πολύ ψηλά, πολύ δύσκολο που, επιπλέον, πήγε
στο παραθυράκι του Butt.
Είναι ένα απ’τα πιο όμορφα γκολ της ιστορίας, είναι μια μαγική κι ανεπανάληπτη
στιγμή. Τώρα είναι επίσης πρωταθλητής Ευρώπης ως προπονητής. Εκείνη την ημέρα
υπήρξε ένας ακόμα λαμπρός θρύλος: ο Ίκερ Κασίγιας.
Ραούλ (Παρίσι, 2000)
Το όγδοο Ευρωπαϊκό Κύπελλο ήρθε σ’ένα χρόνο στον οποίο η
Μαδρίτη ναυάγησε. Μια ομάδα ακανόνιστη, τυχαία, αλλά ικανή να αντλήσει δύναμη
απ’την αδυναμία και να αποδείξει ότι ο σύλλογος δεν είναι ένας ακόμη. Αυτός ο
τελικός, στον οποίο οι Λευκοί κέρδισαν πολύ πειστικά τη Βαλένθια που ήταν φαβορί,
είναι ένα σημάδι αφοσίωσης, ράτσας κι επίσης ποιότητας. Λίγοι άνδρες το έχουν αντιπροσωπεύσει
καλύτερα αυτό από ό, τι ο Ραούλ Γκονζάλες, ένα αγόρι που έκανε το ντεμπούτο του
στα 17 του σε πολύ δύσκολες στιγμές και ήταν θεμελιώδης δίνοντας στο σύλλογο μια
λάμψη που είχε χάσει. Δεν ήταν ο ωραιότερος παίκτης, αλλά ένας βάναυσος σκόρερ,
ένας ακούραστος εργάτης και κάποιος που ήξερε να συνδεθεί όσο λίγοι με τις
αξίες του ιδρύματος.
Μιγιάτοβιτς (Άμστερνταμ, 1998)
Στις 20 Μαΐου, στο Άμστερνταμ, η Μαδρίτη τερμάτισε ένα
ταξίδι μέσα στην έρημο, που διήρκεσε 32 χρόνια. Ένας Μαυροβούνιος ανέλαβε το
ρόλο του Μωυσή. Ήταν σε θέση να σώσει μια μπαλιά που αλλοιώθηκε στη μέση της
περιοχής, να ντριμπλάρει τον τερματοφύλακα και να βρει τα δίχτυα της
Γιουβέντους. Ο Μιγιάτοβιτς -μαζί με άλλες μεταγραφές όπως οι Ρομπέρτο Κάρλος
και Suker- άλλαξαν την πορεία του ιδρύματος. Ο σύλλογος άρχισε να ξυπνά μετά
από χρόνια χρέους κι ασημαντότητας. Εκείνο το γκολ έκανε πολλές γενιές
Madridistas να μάθουν πως είναι να κερδίζεις ένα Τσάμπιονς Λιγκ.
Amancio (Βρυξέλλες, 1966)
Ήταν 14 χρόνια στο σύλλογο, πάνω από 300 παιχνίδια και 100
γκολ. Ο Amancio σκόραρε το πρώτο γκολ στον τελικό απέναντι στην Παρτιζάν, ήταν
καθοριστικός στον αγώνα, επίσης και στο Euro 1964, χρονιά που βγήκε τρίτος στη
χρυσή μπάλα. Ήταν ένα γρήγορος εξτρέμ και πολύ κομψός, καλός σκόρερ, πολύ
ολοκληρωμένος. Ήταν ένα απ’τα εμβλήματα, μαζί με τους Pirri, Grosso, Zoco και Velázquez,
της Μαδρίτης ye-ye, η μόνη ομάδα στην ιστορία που κέρδισε το Ευρωπαϊκό Κύπελλο
με όλους τους παίκτες απ’την ίδια χώρα. Ήταν η απόδειξη ότι η Ρεάλ Μαδρίτης
μπορούσε να’ναι πρωταθλήτρια πέρα απ’την ένδοξη γενιά της.
Puskas (Γλασκώβη, 1960)
Ο «Cañoncito Pum» έφθασε στη Μαδρίτη ήδη σε ορισμένη ηλικία
και κάπως υπέρβαρος. Ο θρύλος του ήρθε απ’τη μυθική Ουγγαρία της δεκαετίας του
'50, εκείνη η ομάδα που άλωσε το Wembley, ήταν δευτεραθλήτρια κόσμου και
κατάφερε να κάνει την Χόνβεντ μία απ’τις ομάδες αναφορά στην ήπειρο. Αυτό το βάρος
μετρούσε από ελάχιστα ως καθόλου όταν η μπάλα ήταν στο παιχνίδι. Ήταν ένας
βάναυσος σκόρερ, μ’ένα θανάσιμο σουτ και μια μοναδική ικανότητα να παίζει
ποδόσφαιρο χωρίς να χρειάζεται να κινείται πάρα πολύ. Ο τελικός του 60, ένα 7-3
επί της Eintracht, είναι ένα απ’τα καλύτερα παιχνίδια της ιστορίας. Σκόραρε
τέσσερα γκολ και ήταν το αστέρι, πάνω ακόμα κι απ’τον Alfredo Di Stefano.
Di Stefano (Στουτγάρδη, 1959)
Ακόμα και σήμερα θεωρείται ο καλύτερος madridista στην
ιστορία. Ο Λευκός θρύλος, ο πιο λαμπερός απ’όσους υπάρχουν στον κόσμο του
αθλητισμού, βρίσκεται σε δύο ονόματα: Μπερναμπέου και Di Stefano. Ήταν ένας
ολικός παίκτης, ικανός να πάρει τη μπάλα στην περιοχή του, να οργανώσει όλη την
ομάδα, να οδηγήσει, να πασάρει και να τελειώσει. Θα μπορούσε να του αποδοθεί μ’έναν
πολύ άμεσο τρόπο η ευθύνη στα πρώτα πέντε Ευρωπαϊκά Κύπελλα, γιατί εκτός του
ότι ήταν ο καλύτερος παίκτης για καιρό -ήταν, μάλιστα, ο καλύτερος στον κόσμο-
ήταν επίσης, ο απόλυτος ηγέτης, ο προπονητής στο γήπεδο, αυτός που έλεγε στον
καθένα τι έπρεπε να κάνει. Και οι υπόλοιποι τον ακολουθούσαν, επειδή δεν υπήρχε
καλύτερο παράδειγμα σε ένα γήπεδο. Ένα συγκεκριμένο γεγονός: σκόραρε γκολ στους
πρώτους πέντε τελικούς της διοργάνωσης.
Rial (Βρυξέλλες,
1958)
Όπως ο Di Stefano,
ήταν Αργεντινός, και ήταν ένας απ’τους καλύτερους φίλους της Σαΐτας. Αλλά δεν βρίσκονταν
εκεί γι’αυτό, ήταν ένας πολύ καταλυτικός αριστερός εσωτερικός, με διείσδυση, με
γκολ και που, λένε, έκανε ποδοσφαιριστή τον Paco Gento. Ο cántabro ήταν ένας πολύ γρήγορος
παίκτης, και ήταν ο Rial αυτός που του έμαθε τις βαθιές μπαλιές για να τις κάνει
το καλύτερο όπλο του. Στον τελικό των Βρυξελλών ο Rial σκόραρε το δεύτερο των madridistas,
που σήμαινε την ισοφάριση σε 2-2 σ’έναν αγώνα εναντίον της Μίλαν, που ήταν
περίπλοκος. Τελικά άφησε τη θέση του στον Puskas, ένα άλλο έμβλημα της ιστορίας της Μαδρίτης.
Gento (Μαδρίτη, 1957)
Λένε ότι όταν έφτασε στη Μαδρίτη η Θύελλα του Cantábrico δεν είχε μεγάλη
τεχνική. Αυτό που του έλειπε σε ποδόσφαιρο του περίσσευε σωματικά, ξεκινούσε απ’την
θέση του εξτρέμ και ήταν απ’τους ταχύτερους της εποχής του. Di Stefano και Rial
είδαν τις δυνατότητες και κατάφεραν να πάρουν απ’αυτόν όχι μόνο έναν αποδοτικό
παίκτη, αλλά πολύ περισσότερο απ’αυτό. Με τον καιρό βελτίωσε τις αδυναμίες του
και κατέληξε να’ναι ένας παίκτης κλειδί στην λευκή ιστορία. Ήταν ένας καλός
σκόρερ και είναι ο μόνος παίκτης που έχει καταφέρει να κερδίσει έξι φορές την
κορυφαία ηπειρωτική διοργάνωση. Είναι δύσκολο να φανταστείς ότι μπορεί κάποιος να
επαναλάβει κάτι τέτοιο.
Miguel Muñoz (Παρίσι, 1956)
Η Ρεάλ Μαδρίτης των 50' έφερε επανάσταση στο ποδόσφαιρο. Το προίκισε
με περισσότερο παιχνίδι, το έκανε λιγότερο ακατέργαστο και περισσότερο
επεξεργασμένο. Γι’αυτόν τον μετασχηματισμό ήταν αναγκαίος ο Miguel Muñoz, ένα
σύγχρονος μέσος, ικανός να καλύψει πολύ έδαφος και με μια ανάγνωση του παιχνιδιού
προηγμένη για την εποχή. Ήταν ο αρχηγός της ομάδας και είναι βασική μορφή για
τον madridismo. Ο επίπεδος, έτσι τον αποκαλούσαν, κέρδισε τα τρία πρώτα στο χόρτο
και στη συνέχεια έβγαλε το σορτσάκι του για να οδηγήσει την ομάδα απ’τον πάγκο.
Κέρδισε τρία ακόμα ως προπονητής και χρόνια αργότερα, ανέλαβε την εθνική. Είναι
μια βασική μορφή στην ιστορία του ισπανικού ποδοσφαίρου.












