Του Jesús Garrido
Τεράστιες διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες
Αν οι λευκοί δεν χάσουν εναντίον της Deportivo απόψε
(21.45), θα ξεπεράσουν το ρεκόρ των 34 αήττητων αγώνων της Μαδρίτης του Beenhakker,
μιας ομάδας που έχει ελάχιστη σχέση με την τωρινή
Chendo, Buyo, Míchel, Tendillo, Gordillo, Camacho, (γονατιστοί) Butragueño, Hugo Sánchez, Sanchís, Martín Vázquez και Gallego
Αυτή η Ρεάλ Μαδρίτης είναι σαν της Quinta del Buitre.
Εντάξει, όχι ακριβώς, στην πραγματικότητα μοιάζει μόνο σε μια αριθμητική
λεπτομέρεια, το ρεκόρ διαδοχικών αγώνων που έχει παραμείνει αήττητη. Υπάρχει
μια άβυσσος μεταξύ της εν λόγω Μαδρίτης μόλις λίγο πριν από τρεις δεκαετίες σε
σχέση με την νυν πρωταθλήτρια Ευρώπης. Το ίδιο το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει
δραματικά, όχι μόνο στο πώς παίζεται, αλλά στην ανταγωνιστική οργάνωση, στις
συνθήκες εργασίας και στην παγκόσμια οικονομία. Η ίδια η Μαδρίτη έχει εξελιχθεί
(μερικοί λένε προς το καλό, άλλοι προς το χειρότερο, αλλά αυτό είναι
δευτερεύον) φτάνοντας να’ναι μια μηχανή που παράγει χρήμα, που παίζει με ξένους
και δεν κερδίζει στη χώρα της, αλλά που μετρά 34 αήττητα παιχνίδια, ένα
στατιστικό που μπορεί να σπάσει σήμερα εναντίον της Deportivo la Coruña.
1. - Η οικονομία
Η Ρεάλ Μαδρίτης του Leo Beenhakker έκανε το ρεκόρ παιχνιδιών
χωρίς ήττα κατά τη διάρκεια της σεζόν 88-89. Στα τέλη εκείνης της δεκαετίας, το
ποδόσφαιρο κινούσε πολλά εκατομμύρια, αλλά ήταν ένα ποσό απείρως χαμηλότερο
απ’το τωρινό, μετρώντας τον πληθωρισμό. Κάποιες απ’τις πιο ακριβές μεταγραφές
της εποχής ήταν ο Ruud Gullit κι ο Ντιέγκο Μαραντόνα, οι οποίες είναι πολύ
μακριά σε σύγκριση με τα 100 εκατομμύρια που καταβλήθηκαν σήμερα για τον Bale ή
τα 120 για τον Pogba. Εκείνη η Μαδρίτη, επιπλέον, ζούσε μια πολύ δύσκολη
οικονομική κατάσταση, όντας σχεδόν σε πτώχευση, η οποία υποβάθμισε την
ικανότητα δράσης της στην αγορά, το οποίο δίνει περισσότερη αξία στην υπογραφή
κάποιων παγκόσμιων αστέρων όπως οι Hugo Sánchez και Bernd Schuster.
Αυτό το καλοκαίρι, ο Florentino δεν έκανε μια μεγάλη
επένδυση, καθώς μόλις που δαπάνησε 30 εκατομμύρια στην επαναγορά του Morata
(είχε ήδη λάβει 20 απ’την Γιουβέντους, γι 'αυτό κατέβαλλε πραγματικά 10), αλλά
σ’άλλες αγορές, ο σημερινός πρόεδρος χρησιμοποίησε το καρνέ των επιταγών για να
υπογράψει μερικούς απ’τους καλύτερους παίκτες στον κόσμο σε τιμή χρυσού.
2.- Η cantera
Ακριβώς η έλλειψη των χρημάτων έκανε να’χει την υποχρέωση η
Μαδρίτη να χρησιμοποιήσει την cantera για να επιβιώσει σ’εκείνα τα δύσκολα χρόνια,
συνέπεια, φυσικά, της κακοδιαχείρισης του προέδρου Mendoza. Ίσως αν ο σύλλογος ήταν
υγιής και μπορούσε να αντέξει οικονομικά να προσλάβει παίκτες αντιθέσεων, να
μην είχαμε μάθει ποτέ την ύπαρξη της Quinta del Buitre. Butragueño, Michel,
Martín Vázquez, Sanchis και Pardeza, κατά πάσα πιθανότητα, θα’χαν περάσει
απαρατήρητοι. Αλλά συνέπεσε ο χρόνος και η κατάσταση έτσι ώστε το Bernabeu απόλαυσε
για μια δεκαετία μια απ’τις καλύτερες madridistas γενιές της ιστορίας.
Στο πρώτο του στάδιο ως πρόεδρος, ο Perez έκανε διάσημη
τη φράση του των «Zidanes και Pavones»,
σε ένα προφανές νεύμα στη madridista ιστορία και επικεντρωμένο κυρίως στην Quinta del Buitre. Αλλά αυτή η ομάδα των
canteranos που βρέθηκε στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, δεν στάθηκε στο
ύψος της κι έκτοτε δεν εμπιστεύτηκε ξανά τη Fábrica. Άφησε να φύγουν παίκτες
όπως οι Borja Valero, Mata, Negredo, Soldado και στα τελευταία χρόνια η
εκπροσώπηση του Valdebebas έχει πρωταγωνιστήσει από μερικά σπάνια παραδείγματα,
όπως οι Carvajal, Nacho, Lucas και Morata, συν τους Granero, Arbeloa και
Ντιέγκο Λόπεθ, πλέον εκτός ομάδας. Όλοι, εκτός απ’τον Nacho, βρέθηκαν σε μια
ομάδα για να επιστρέψουν αργότερα στη Μαδρίτη. Και μόνο ο Carvajal είναι
αδιαμφισβήτητος.
3. - Οι αλλοδαποί
Το σημείο αυτό έχει να κάνει περισσότερο με την ποδοσφαιρική
αγορά εργασίας παρά με την ίδια την αθλητική πολιτική της Ρεάλ Μαδρίτης. Στην
δεκαετία του 80 επιτρέπονταν μόνο δύο αλλοδαποί ανά ρόστερ, και ξένος ήταν ο
κάθε ένας που δεν διέθετε ισπανικό διαβατήριο. Από τότε που ο νόμος Bosman
επέτρεψε την ελεύθερη μετακίνηση των εργαζομένων (σε αυτή την περίπτωση των
ποδοσφαιριστών) στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η εικόνα έχει αλλάξει σημαντικά. Η πολιτική
της Μαδρίτης ήταν να υπογράφει πάντα τους καλύτερους παίκτες. Όταν είχε
περιοριστεί στην εγχώρια αγορά, ανταποκρίνονταν στο πρότυπο κι έκλεβε παίκτες
από άλλους συλλόγους της Ισπανίας (μιλάμε για περιπτώσεις όπως των Gento,
Santillana, Juanito, Gordillo, Hierro και πολλών άλλων) και το εκμεταλλεύονταν
για να υπογράψει τους δύο μεγάλους ξένους (Schuster και Hugo Sánchez καταλάμβαναν
αυτές τις θέσεις στη Μαδρίτη του 88-89). Ως εκ τούτου, οι 11άδες αποτελούνταν,
γενικά, από εννέα Ισπανούς και δύο ξένους.
Σήμερα, η Μαδρίτη διαθέτει μια τεράστια αγορά: όλον τον
κόσμο. Εξακολουθεί να υπάρχει ένας μικρός περιορισμός, δεν μπορεί να’χει
περισσότερους από τρεις μη κοινοτικούς, οι οποίοι είναι σήμερα οι Danilo,
Casemiro και James. Ωστόσο, σ’ένα ρόστερ 24 παικτών, υπάρχουν 15 παίκτες που δεν
έχουν γεννηθεί στην Ισπανία. Δηλαδή, η πλειοψηφία είναι απ’έξω. Και πλέον σε μια
βασική 11άδα θα μπορούσαμε να βρούμε μόνο δύο: Ramos και Carvajal. Είναι φυσικό
να’ναι έτσι, επειδή υπάρχει μεγαλύτερο εύρος επιλογής.
4. - Οι τίτλοι
Δεν θα υπάρξουν πολλοί που πιστεύουν ότι υπάρχουν πολλές
εποχές ανώτερες στην ιστορία της Μαδρίτης απ'της Quinta. Η σύγκριση των τίτλων
άλλων εποχών δεν υπερβαίνει την εποχή των Molowny, Beenhakker και Toshack, όχι
τουλάχιστον σε εγχώριους τίτλους. Σε δύο περιπτώσεις έχουν κατακτηθεί στην
Ισπανία πέντε συνεχόμενοι τίτλοι πρωταθλήματος: η πρώτη, μεταξύ 1961 και 1965,
και η δεύτερη μεταξύ 1986 και 1990. Και οι δύο κύκλοι είναι επιτεύγματα της
Μαδρίτης. Περιέργως, σε κανένα απ'αυτά τα δύο ασυναγώνιστα σερί, δεν πέτυχε ο
σύλλογος τον μεγάλο στόχο του, το Ευρωπαϊκό Κύπελλο. Δηλαδή, οι θρίαμβοι
επικεντρώνονταν στην Ισπανία, όπου η Μαδρίτη υπήρξε ιστορικά ανώτερη, ή
τουλάχιστον ήταν.
Η αλήθεια είναι ότι η τωρινή Μαδρίτη των Florentino και Ζιντάν,
μόλις που θριαμβεύει στο σπίτι και, ωστόσο, παίρνει τις χαρές της στο Champions
League. Η λευκή ομάδα δεν έχει κερδίσει το πρωτάθλημα απ'τη σεζόν 2011-12, η
οποία είναι η μόνη στα τελευταία οκτώ χρόνια και, όσο για το Copa del Rey,
το'χει κερδίσει μόνο δύο φορές, και οι δύο πολύ πρόσφατες, το 2011 και το 2014
(δύο σε 23 χρόνια). Παρά τη μεγάλη επιπλοκή της, οι επιτυχίες στην Ευρώπη
υπήρξαν: δύο Ευρωπαϊκά Κύπελλα σε τρεις σεζόν, στα οποία πρέπει να προστεθούν
τα δύο πρόσφατα ευρωπαϊκά Σούπερ Καπ (μέχρι το 2002, η Μαδρίτη δεν είχε
κερδίσει ποτέ αυτό το διαγωνισμό) και το Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων. Εκούσια ή
ακούσια, η Μαδρίτη έχει ειδικευτεί στις ηπειρωτικές διοργανώσεις κι έχει
παραμελήσει τις εγχώριες, ως εκ τούτου αυτή τη σεζόν έχουν εξετάσει την κατάκτηση
του πρωταθλήματος ως την κύρια πρόκληση του ρόστερ.
Ο Φαν Μπάστεν σε μια προσπάθεια για γκολ, σ'κείνο το Μίλαν Ρεάλ Μαδρίτης 5-0 του 1989
5. - Οι αντίπαλοι
Η διαφορά που αναφέρθηκε στο προηγούμενο σημείο έχει σχέση,
κι αρκετή, με το επίπεδο των αντιπάλων που έχει συναντήσει. Στη δεκαετία του
80', η αθλητική διαφορά μεταξύ της Ρεάλ Μαδρίτης της Quinta και του υπολοίπου
των ισπανικών ομάδων ήταν πραγματικά τεράστια. Δεν υπήρχε ένας μεγάλος
αντίπαλος που να πάλευε μέχρι θανάτου για το πρωτάθλημα, το οποίο δεν είναι ότι
ήταν μια τυπική διαδικασία, αλλά το καθάριζε με ευκολία χρόνο με το χρόνο. Η
Barca του Κρόιφ ήταν υπό κατασκευή, η Ατλέτικο μόλις που κέρδισε ένα Κύπελλο σε
όλη την δεκαετία (1985), οι νικηφόρες Ρεάλ Σοσιεδάδ και Athletic κατέρρεαν και
η Βαλένθια ήταν στη Segunda División. Αντ 'αυτού, στην Ευρώπη συνάντησε μια
Milan σχεδόν ανίκητη κι απέτυχε ακατανόητα ενάντια στην PSV.
Η τωρινή Μαδρίτη έχει ένα πρόβλημα στο σπίτι, που λέγεται
Barcelona. Έξι απ'αυτά τα τελευταία επτά πρωτάθλημα που δεν έχει κερδίσει η
Μαδρίτη τα'χει κερδίσει η Barça και το άλλο, μια απ'τις καλύτερες Ατλέτικο
Μαδρίτης της ιστορίας. Το συνολικό επίπεδο του ανταγωνισμού έχει αυξηθεί και,
παρά το γεγονός αυτό, οι μεγάλοι, τη σήμερον ημέρα, είναι μεγαλύτεροι, κι ο
ανταγωνισμός μεταξύ τους είναι σφοδρός, αφού έπρεπε να κερδίσουν πρωταθλήματα
με 100 βαθμούς, κάτι που έμοιαζε αδιανόητο πριν από λίγο καιρό. Αυτή η ενίσχυση
της Ρεάλ Μαδρίτης και της Barça, τις έχει κάνει να'ναι εξαιρετικά ισχυρές στην
Ευρώπη, όπου είναι δύο απ’τις κύριες αντιπάλους που πρέπει να ξεπεραστούν, και κατακτήτριες
των τεσσάρων απ’τα τελευταία έξι Champions League.
6. - Οι πρόεδροι
Η μέρα και η νύχτα. Mendoza και Pérez δεν έχουν πολύ σχέση,
πέρα απ’το ότι έχουν διατελέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα την ίδια θέση στο
Λευκό Οίκο. Αυτοί που γνώριζαν τον Ramón Mendoza λένε ότι ήταν ένας άνθρωπος της
Μαδρίτης, ένας αυθεντικός κύριος και λαϊκός που διοικούσε την ομάδα με τρόπο, ας
πούμε, όχι πολύ επιτυχημένο. Η επιρροή του στον κόσμο του ποδοσφαίρου ήταν
υψηλή λόγω της θέσης του, αλλά ασύγκριτη με τη δύναμη που φτάνει ο Florentino,
του οποίου τα δίχτυα εκτείνονται όσο πιο βαθιά γίνεται μέσα σ’αυτό το άθλημα.
Επιπλέον, ο σημερινός πρόεδρος, αν έχει αποδείξει κάτι όλα αυτά τα χρόνια είναι
ότι είναι ένας εξαιρετικός διαχειριστής. Με τις κατεργαριές του, ο Florentino έβγαλε
τη Μαδρίτη απ’την πτώχευση, στην οποία την είχε βυθίσει ο Mendoza και στην οποία
την είχε βυθίσει ακόμα περισσότερο ο Sanz, και την τοποθέτησε ως την
πλουσιότερη ομάδα στον κόσμο. Φυσικά, ο αυταρχισμός του Florentino απέχει έτη
φωτός απ’του Mendoza, ο οποίος δεν χαρακτηρίζονταν από βέτο στους δημοσιογράφους
ή σε μέσα ενημέρωσης, όπως κάνει ο σημερινός πρόεδρος.
7. - Η εναλλαγή των προπονητών
Αυτό είναι ένα μικρό κοινό σημείο μεταξύ των δύο κόσμων.
Λέγεται πάντα ότι αν κάτι δουλεύει, καλύτερα να μην το αγγίζεις, αλλά αυτό δεν συμβαίνει
στη Μαδρίτη, τουλάχιστον συμβαίνει σπάνια. Παρά το γεγονός ότι η Quinta ήταν η
πιο επιτυχημένη περίοδος στην πρόσφατη madridista ιστορία, αυτές οι ομάδες προπονήθηκαν
από τρεις διαφορετικούς προπονητές. Ο canario Luis Molowny ήταν αυτός που ξεκίνησε
τον μύθο με δύο συνεχόμενα Κύπελλα UEFA (ανέλαβε λίγο πριν την κατάκτηση του
πρώτου κυπέλλου UEFA κι ο Beenhakker τον διαδέχθηκε λίγο πριν την κατάκτηση
δεύτερου κυπέλλου UEFA και του πρώτου απ’τα πέντε συνεχόμενα πρωταθλήματα), και
το πρώτο απ’τα πέντε πρωταθλήματα. Μετά πήρε την ομάδα ο Leo Beenhakker, ο οποίος
κέρδισε τα επόμενα τρία, ενώ ο John Benjamín Toshack πήρε το τελευταίο, αυτό
του, πλέον ξεπερασμένου, ρεκόρ των 107 γκολ, το 1990.
Η σελίδα της στήλης στο facebook:
@suntagm_puskas



